Μπορεί να έχουν περάσει εβδομήντα τρία χρόνια από τα γεγονότα που συνέβησαν στο τέλος Σεπτέμβρη 1941, αλλά για την τοπική κοινωνία είναι ακόμα ανοιχτό τραύμα. Παράλληλα, η εξέγερση του Δραμινού πληθυσμού εξελίχτηκε σε ένα συγκρουσιακό θέμα για την ιστοριογραφία και για τον τρόπο που βλέπουμε το παρελθόν.
Στη δημόσια συζήτηση για την εποχή εκείνη αναμειγνύονται ιστορικές προσεγγίσεις, μνήμες, προφορικές αφηγήσεις, εικόνες, καθαρτήριες θρησκευτικές τελετές.
Πίσω απ’ αυτά, αυτό που κυρίως έχει κυριαρχήσει για πολλές δεκαετίες είναι η συστηματική ιδεολογική εκμετάλλευση των γεγονότων, τη στιγμή που οι αφηγήσεις για τα γεγονότα γίνονταν μόνο ψιθυριστά.
Πίσω από τη σιωπή πλέχτηκε και η ενοχοποίηση των δραστών της εξέγερσης με την συκοφάντησή της ως βουλγαρικής προβοκάτσιας.
Η δική μας οπτική βλέπει στην εξέγερση του Σεπτέμβρη 1941 την άδολη αντίδραση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού στην ιδιαίτερα βίαιη κατοχή της περιοχής από το βουλγαρικό φασιστικό καθεστώς.
Η προσπάθεια ενσωμάτωσης της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στην βουλγαρική επικράτεια οδήγησε σε αβάσταχτες διώξεις και καταπίεση εναντίον των κατοίκων της Δράμας και της περιοχής της.
Η εξέγερση είχε τα χαρακτηριστικά υγιούς αντίδρασης ελεύθερων ανθρώπων. Αν απέτυχε εξαιτίας κυρίως της ευρύτερης ιστορικής συγκυρίας και λιγότερο εξαιτίας της κακής οργάνωσης, δεν σημαίνει ότι είναι η αιτία για τις θηριωδίες των βούλγαρων φασιστών.
Ο φασισμός, όπως φαίνεται και στις μέρες μας, δεν έχει ανάγκη από άλλοθι για να δείξει το πρόσωπό του.
Ίσως, αντίθετα, όσο πιο πολύ ανεχόμαστε τη βία του, τόσο περισσότερο αυτή γιγαντώνεται.
Για μας, λοιπόν σήμερα, η ανάγνωση των γεγονότων εκείνων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είμαστε αναγκασμένοι να δώσουμε το αντιφασιστικό νόημα της εξέγερσης και στη δική μας παρουσία και δράση.
Αυτό το νόημα ενώνει όλους τους δημοκρατικούς κατοίκους.